Ένα χωριό – φάντασμα, απέναντι απ΄ τη Λευκάδα, το παλιό χωριό της Πλαγιάς Ξηρομέρου. Κουρνιασμένο στα ριζά του βουνού με μια εύφορη πεδιάδα στα πόδια του. Πέτρινα κεραμοσκεπή σπίτια, πολλά δίπατα, όμοια αρχιτεκτονικά με τα σπίτια στα χωριά της Λευκάδας, ίσως πιο αρχοντικά κάποια. Αρκετά πολύχρονα δέντρα: πουρνάρια, ρουπάκια, μπλοκοκιές, συκιές και πολλές αμυγδαλιές, σκόρπια στον οικισμό. Καθαρός βουνίσιος αέρας, θα μπορούσε κάλλιστα παλιότερα να χρησίμευε ως σανατόριο. Ήξεραν οι παλιοί που τα χτίζουν τα χωριά!

Το επισκεφτήκαμε πρόσφατα, στα γρήγορα, λόγω βροχής. Θα ξαναπάμε. Είναι απορίας άξιον πως εγκαταλείφτηκε το χωριό. Σαν να έπεσε κακιά αρρώστια! Τσερνομπιλικό τοπίο θυμίζει σήμερα. Χάσκουν βεβηλωμένα τα ανοίγματα των παλιών σπιτιών και οι στέγες, αφού έχουν αφαιρεθεί, στην πλειονότητά τους οι πελεκητές πέτρες στα πορτοπαράθυρα και τα κεραμίδια. Η καταστροφή άρχισε πιο παλιά, όταν έγινε η μετεγκατάσταση του οικισμού κοντά στη θάλασσα, άγνωστο για πιο λόγο (λόγω συμφερόντων λένε κάποιοι), στα χρόνια της δικτατορίας. Πιτσιρικάδες είμαστε τότε, το βλέπαμε το καινούργιο χωριό από τα ανατολικά παράλια, από το ύψος της Νικιάνας ακόμη. Με «σχέδιο» χτισμένο, τα κάτασπρα σπιτάκια σε σειρές, σαν στρατιωτάκια σε παρέλαση.

Διαφήμιση

Άλλες εποχές τότε, ανέχεια, κατέβηκαν τα κεραμίδια από τα σπίτια του εγκαταλειμμένου πια οικισμού για να σκεπάσουν στάβλους και μαντριά, όπως μας εκμυστηρεύτηκε ο παλιός Πλαγιώτης Π.Κ. που ρωτήσαμε. Το μετάνιωσε μας είπε, και πολλοί άλλοι πιστεύουμε, γούπατο και όλο υγρασία είναι το νέο χωριό. Το παλιό αντίθετα δεν είχε καθόλου υγρασία και υπέροχη θέα. «Στερνή μου γνώση να σ΄ είχα πρώτα»! Και το χειρότερο είναι ότι δεν έχει χαρακτηριστεί καν το παλιό χωριό ως οικισμός, ας προϋπήρχε, με αποτέλεσμα να χρειάζεται σήμερα κάποιος τέσσερα στρέμματα, αν ήθελε να χτίσει…

Ας αφήσουμε όμως να μας διηγηθεί την ιστορία του χωριού, με τη γλαφυρή του, από τότε ακόμη, γραφή, ένας καθόλα αρμόδιος, ο φοιτητής τότε της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Τσερές Δημήτριος του Σπυρίδωνος, όπως την περιγράφει πριν 44 χρόνια κοντά, στην 46σέλιδη χειρόγραφη «Λαογραφική Συλλογή εκ του χωρίου Πλαγιά Βονίτσης Αιτωλ/νίας», «Γενομένη κατ΄ Απρίλιον του 1969» (Πηγή: Λαογραφικό Αρχείο και Μουσειακή Συλλογή του Πανεπιστημίου Αθηνών). Αντιγράφουμε διατηρώντας την ορθογραφία της εποχής – οι υπογραμμίσεις (έντονα γράμματα) στο κείμενο είναι δικές μας:

«Στη δυτικώτατη άκρη της Ακαρνανίας απέναντι απ΄ το νησί της Λευκάδος, σκαριασμένο κυριολεκτικά στη μέση χαμηλού βουνού, απομονωμένο αρκετά απ΄ τον έξω κόσμο, βρίσκεται το χωριό της Πλαγιάς, όνομα που προφανώς του το χαρίζει η θέσις του. Η όλη περιφέρεια του συνοικισμού έχει σχήμα μακρόστενης λεκάνης με ανοικτό το δυτικό άκρος της προς το Ιόνιο, απέναντι απ΄ τη Λευκάδα.


»Το χωριό βρίσκεται στο μέσον της νότιας πλευράς του μικρού αυτού λεκανοπεδίου σε θέση συμμετρική ως προς τη κορυφή και τη βάσι. Εντός του μικρού λεκανοπεδίου υπάρχει πεδιάδα, μικρή μεν σε σύγκρισι με άλλες, αρκετή όμως με κατάλληλη καλλιέργεια να θρέψη τους κατοίκους του χωριού. Το έδαφός της είναι ευφορώτατο αλλά η λειψυδρία και η έλλειψις συγχρόνων μέσων συντελούν, ώστε η απόδοσις να μην είναι ανάλογος της ευφορίας της γης. Τα νερά του γραφικού ποταμίσκου, ο οποίος κυλάει ήσυχα δια μέσου της μικρής πεδιάδος επαρκούν μόνον για την ύδρευσι ολίγων προνομιούχων κατά την θέσι αγρών. Εκτός τούτων η ξηρασία και η ανομβρία, που παρατηρούνται την Άνοιξι και πέρα, και που έδωσαν την αφορμή να ονομασθή όλη η περιοχή Ξηρόμερο συμπληρώνουν το κακό. Πίσω απ΄ το βουνό του χωριού, δηλαδή στη νότια πλαγιά του υπάρχει δάσος με αρκετή βλάστησι συγκριτικά με τα σημερινά δεδομένα…

»Το ενδιαφέρον των καλλιεργητών στρέφεται κυρίως περί τα δημητριακά, ιδίως στο σιτάρι και διμήνι (=παραλλαγή σίτου, που ωριμάζει εντός δύο μηνών από της σποράς του, εξ ου και το όνομά του, ήτοι σπέρνεται τον Απρίλιο και θερίζεται κατά τον Ιούνιο), τα οποία εξασφαλίζουν «το ψωμί της χρονιάς» και απομένει και αρκετή ποσότης των προς πώλησι στην γειτονεική «Ένωσι Γεωργικών Συνεταιρισμών Βονίτσης». Από δεκαετίας και πλέον άρχισε το ενδιαφέρον των χωρικών να στρέφεται και προς την καλλιέργειαν του βάμβακος. Αρκετή είναι η ποσότης του γάλακτος που παράγεται. Και οι μεν πλείστοι εκ των «προβαταραίων» από Ιανουαρίου μέχρι μέσων Μαΐου πωλούν το γάλα τους καθημερινώς στον «γαλατά» της περιοχής, στο λεγόμενο «πατζαριό» (=τυροκομείο), όπου γίνεται τυρί, βούτυρο και τα λοιπά γαλακτομικά. Οι δε ελάχιστοι των «προβαταραίων» και η πλειονότης των «γιδαραίων» καθ΄ όλην την διάρκειαν του έτους «πήζουν» (=το κάνουν τυρί) το γάλα τους κατ΄ οίκον και πωλούν οι ίδιοι το τυρί, που παράγουν στη πόλι της Λευκάδος μετά της οποίας το χωριό μας έχει τας περισσοτέρας συναλλαγάς. Τα ζωντανά, που πωλούνται επίσης στους «χασάπηδες» της Λευκάδος αποτελούν για τους κατοίκους σχεδόν άξιου λόγου έσοδον. Η παραγωγή του ελαίου είναι αρκετή για να θρέψη τους κατοίκους, αλλ΄ όχι και για εξαγωγή. Η παραγωγή του οίνου ανάξια λόγου. Η εκμετάλλευσι της θαλάσσης δεν συγκινεί τους Πλαγιώτες. Ίσως η απόσταση (4-5 χιλιόμ. περίπου), ίσως η ψυχική συγκρότησι του δυτικού Στερεοελλαδίτη πούναι περισσότερο δεμένη με το βουνό ή μάλλον και τα δύο μαζί συντελούν ώστε να παρατηρείται μια εκπληκτική αδιαφορία για τη θάλασσα και τους θησαυρούς της…

»… Η ιστορία του συνοικισμού είναι σκοτεινή. Δεν μπόρεσα να πληροφορηθώ πότε χτίστηκε και γιατί χτίστηκε σ΄ αυτό το μέρος. Εντελώς αόριστα θρυλλείται ότι χτίστηκε επί Τουρκοκρατίας σ΄ αυτή τη θέση για το φόβο του εχθρού. Αλλά οι θέσεις αυτές εκλέγονται για την αποφυγή επικινδύνων πειρατών της θαλάσσης μάλλον ή για τον φόβο ενός εχθρού, ο οποίος είναι κύριος όλου του τόπου, και μπορεί, όποια στιγμή θέλει, να παραβρεθή, σ΄ όποιο μέρος θέλει. Απ΄ τη παράδοση λοιπόν δεν μπορώ να αναφέρω τίποτε οριστικό, και κάτι προσπάθειες πρόχειρες να βρω σχετικές ειδήσεις σε βιβλία απέβησαν άκαρπες. Μόνο μερικά απομεινάρια του παρελθόντος μαρτυρούν θαμπά για παλιούς χρόνους ευτυχισμένους κι ένδοξους μα και θλιβερούς…

»Η ύλη της συλλογής συγκεντρώθηκε σε βραχύτατο χρονικό διάστημα, τις μέρες του Πάσχα. Διάφορες ανάγκες περιώρησαν το χρόνο σε τόσο μικρά όρια, ούτως ώστε πρέπει να ομολογήσωμεν, ότι ούτε η ποσότης ούτε η ποιότης της συλλογής ικανοποιούν… Ελπίζω να μου δοθή ο καιρός αργότερα ν΄ ασχοληθώ καλύτερα και εκτενέστερα και με καταλληλότερες συνθήκες, χωρίς το φάσμα της αρνήσεως υπογραφής (πρέπει να το παραδεχτούμε, ότι δεν αποδίδεις το ίδιο, όταν είσαι υποχρεωμένος μέσα σε τακτό χρόνο να δημιουργήσεις κάτι, άσχετο αν η ανάγκη του να επιβάλλεται η υποχρέωσις αυτή είναι επιβεβλημένη εκ των πραγμάτων) με το λαϊκό βίο του χωριού για να ξεπληρώσω την υποχρέωσι που γεννιέται από τη παρουσίασι της ελλιπούς αυτής συλλογής και να προσφέρω κάτι στην τόσο απομονωμένη ιδιατέρα μου πατρίδα…».
πηγη .kolivas.de

Αφήστε ένα σχόλιο

Τελευταία νέα - Επικαιρότητα