Βόρεια του χωριού Μπαμπίνη βρίσκονται τα ερείπια της πόλεως των αρχαίων Φοιτιών. Στην εποχή του ήταν ένα θαυμαστό και απόρθητο κάστρο. Τα σημάδια που άφησαν οι δεκάδες αιώνων είναι βαθιά χαραγμένα πάνω στις πέτρες του αρχαίου κάστρου. Ιδρυτής των αρχαίων Φοιτιών φέρεται από την μυθολογία ο Φοίτιος, ο γιος του Αλκμέωνα ή κάποιος απόγονος του με το όνομα αυτό. Ο Θουκυδίδης ονομάζει την πόλη “Φυτίαν”, ο Πολύβιος “Φύταιον”, “Φυτιάς” και Φοιτείες, οι Καρολίδης και Δημητράκος την αναφέρουν στο λεξικό τους με το όνομα “Φυτιά”. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος την ονομάζει Φοιτίαι, από το «φοιτάν» που κατά τον Απολλωνιο το Ρόδιο προέρχεται από το «φοιταλέην» (εμμανή, μανιωδώς πορευομένην. Φοίτος γαρ η μανία λέγεται.

Οι παραλλαγές που υπάρχουν γύρω από τον μύθο του ιδρυτή των Φοιτιών Αλκμέωνα είναι πολλές. Κατά τη μία παραλλαγή του, ο Φοιτίας ήταν γιος του Αλκμέωνα και της κόρης του Αχελώου Καλλιρρόης. Ο Αλκμέων ήρθε στην Ακαρνανία ύστερα από κάποιο χρησμό που έλεγε ότι πρέπει να βρει απάτητη γη για να κατοικήσει, γιατί είχε διαπράξει το σοβαρό έγκλημα της μητροκτονίας και εγκαταστάθηκε έτσι στις προσχώσεις του ποταμού κοντά στις Οινιάδες. Σε μερικά κείμενα ο Αλκμέων φέρεται και σαν ιδρυτής του Αμφιλοχικού Άργους και της Αμφιλοχίας. Σε μερικά άλλα κείμενα ιδρυτής των πόλεων αυτών φέρεται, μετά τον Τρωϊκό Πόλεμο, και ο γιος του Αλκμέωνα Φοιτίας, που είναι και ο ιδρυτής δηλαδή των Φοιτιών. Φοιτίας έλαβε μέρος στον πόλεμο της Τροίας μαζί με πολλούς Ακαρνάνες και Αιτωλούς, όπως ο έγγονος του Οινέα Διομήδης, ο Οινόμαος, Τρήχος, ο Κλυτομήδης, ο Θόαντας που ήταν μέσα και στο Δούρειο Ίππο κ.α.
Τα ερείπια του κάστρου της αρχαίας πόλης εκτείνονται σε μεγάλη έκταση, όπου βρίσκουμε πλήθος κτισμάτων και τεχνικών έργων καθώς και το νεκροταφείο της. Σύμφωνα με κάποια στοιχεία, που βασίζονται σε προφορικές μαρτυρίες, στα ερείπια βρέθηκε ένα ολόχρυσο άγαλμα με καβαλάρη, αρχαία νομίσματα και άλλα αρχαία κτερίσματα. Τα νομίσματα φέρουν από τη μια πλευρά την κεφαλή του Ποσειδώνα και από την άλλη έναν τρίποδα. Το άγαλμα παραδόθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και λέγεται ότι παριστάνει τον βασιλιά Φοιτία. Βρέθηκε επίσης ένα νόμισμα της πόλης όπου στην μια όψη παριστάνει τον Απόλλωνα με μακριά μαλλιά και στην άλλη έναν τρίποδα με τα αρχικά “Φ Υ”. Από τις Φοιτίες απότμημα από την άνω δεξιά γωνία μαρμάρινου επιτύμβιου ανάγλυφου της Ρωμαϊκής εποχής σώζεται στο Μουσείο Αγρινίου. Στο απότμημα παριστάνεται κεφαλή προς τα δεξιά και τμήμα του ώμου όπου φέρει χιτώνα και ιμάτιο. Το μάρμαρο έχει ύψος 0,49, πλάτος 0,41-0,45
Τα ερείπια των αρχαίων Φοιτιών, σήμερα, δείχνουν μια πόλη που έζησε και άκμασε στους κλασσικούς χρόνους. Το κάστρο, όπως δείχνουν τα υπολείμματα του τείχους, καταλάμβανε μεγάλη έκταση. Στο εσωτερικό υπάρχουν πολλά ερείπια κτηρίων, μεταξύ των οποίων και του παλατιού. Η τεράστια και απρόσιτη ακρόπολη της πόλης ήταν στην θέση Κλειδί όπου σώζονται μεγάλα τμήματα του απόρθητου τείχους της, Στο βορειοανατολικό μέρος υπάρχει μια τεράστια δεξαμενή (στέρνα) που διατηρείται ακόμα σε πάρα πολύ καλή κατάσταση και σήμερα ακόμη κρατάει νερό. Πολλά πηγάδια βρίσκονται σκόρπια μέσα στο χώρο του κάστρου μαρτυρώντας την αυτάρκεια της πόλης σε νερό, σήμερα όλα αυτά τα πηγάδια είναι μισοχωμένα και χωρίς νερό. Σε καλή κατάσταση σώζεται μόνο ένα πηγάδι στο χαμηλότερο σημείο στο οποίο πότιζαν παλαιότερα τα βόδια και τα άλλα ζώα που χρησιμοποιούσαν για το όργωμα. Στο βορειοανατολικό άκρο του κάστρου, κοντά στη θέση Κλειδί, υπάρχει το αρχαίο θέατρο που είναι σήμερα χωμένο κάτω από τα ερείπια και τις προσχώσεις του εδάφους.
Επίσης εκεί κοντά και προς τα ανατολικά βρίσκεται και το μεγάλο νεκροταφείο της πόλης. Οι ταφόπλακες διακρίνονται καθαρά μια και το έδαφος έχει ξεπλυθεί από τις βροχές και τα σκαψίματα. Πολλοί τάφοι είναι συλημένοι από λαθρανασκαφείς και πολλές ταφόπλακες είναι σπασμένες και αναποδογυρισμένες.
Σε καλή κατάσταση σώζεται και η βόρεια πύλη που βρίσκεται κοντά στην παλαιά ρωμαϊκή οδό προς το μέρος του Αετού. Την ρωμαϊκή εποχή περνούσε από τις Φοιτίες ο Ρωμαϊκός δρόμος, που προς βορρά διαμέσου του Δρυμού κατέληγε στον Λιμάνι του Αμβρακικού Εχίνος και προς νότο μέσω Προδρόμου και Γουριάς κατέληγε στην Καλυδώνα. Ερχόμενος ο δρόμος από τον Πρόδρομο περνούσε δίπλα στον Γερομπόρο και από εκεί έφτανε στο κάστρο και από εκεί, όπως είπαμε, συνέχιζε από την περιοχή που βρίσκεται σήμερα το χωρίο Άγιος Νικόλαος και από εκεί διαμέσου της Κατούνας κατέληγε στον Αμβρακικό κόλπο. Κοντά στο αρχαίο θέατρο των Φοιτιών σώζονται τα ερείπια ενός μικρού ναού που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη. Στη βόρεια πλευρά του ναού υπάρχει μία υπόγεια στοά μισοανοιγμένη από λαθρανασκαφείς με κατεύθυνση από ανατολή προς την δύση. Εκτός από αυτά τα ερείπια, σήμερα οι Φοιτίες δεν έχουν κάτι το ιδιαίτερο να επιδείξουν, καθώς δεν έχουν γίνει, καθ’ όσων γνωρίζω, αρχαιολογικές ανασκαφές και ούτε κανείς ασχολήθηκε ιδιαίτερα με αυτόν τον σημαντικό αρχαιολογικό χώρο. Τον χώρο έχουν επισκεφθεί κατά καιρούς αρχαιολόγοι και μίλησαν για την σπουδαιότητα και την ιστορία του.
Η πόλη των Φοιτιών έλαβε μέρος στον Πελοποννησιακό Πόλεμο στο πλευρό των Αθηναίων όπως και οι περισσότεροι Ακαρνάνες. Ο Θουκυδίδης γράφει ότι το 6ο έτος του πολέμου (425π.Χ.) οι Σπαρτιάτες, «διελθόντες την Στρατίου γήν εχώρουν δια της Φυτίας». Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο επίσης από την περιοχή των Φοιτιών πέρασε και ο Σπαρτιάτης στρατηγός Κνήμος μετά την αποτυχία του να καταλάβει το Στράτου. Όπως γράφει πάλι ο Θουκυδίδης: «επειδή δε νύξ εγένετο, αναχωρήσας ο Κνήμος τη στρατιά κατά τάχος επί τον Άναπον ποταμόν, ός απέχει σταδίους ογδοήκοντα Στράτου». Ο Άναπος είναι ο σημερινός ξεροπόταμος Γερομπόρος της Μπαμπίνης και απέχει περίπου δέκα χιλιόμετρα από το Στράτο. Τότε βέβαια δεν ήταν ξεροπόταμος όπως σήμερα, αλλά είχε νερό που πήγαζε από τους λόφους της Κονωπίνας και χύνονταν στην λίμνη Κυνία που ήταν κοντά στο σημερινό Λεσίνι και έχει σήμερα αποστραγγιστεί, το Λεσίνι ήταν τότε ένα από τα νησιά της λίμνης. Το 428 π.Χ. ο Αθηναίος στρατηγός Φορμίων ήρθε στον Αστακό και αφού έδιωξε τον φιλοκορίνθιο άρχοντα Εύαρχο, προχώρησε με τετρακόσιους Αθηναίους οπλίτες στο εσωτερικό της Ακαρνανίας και έδιωξε από τις άλλες πόλεις όσους δεν θεωρούνταν φίλοι των Αθηναίων.30 Ο Φορμίων ήρθε ξανά στην περιοχή το 418.
Το 220 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος ο Ε΄ ήρθε στην περιοχή, ως σύμμαχος των Ακαρνάνων, και αφού κατέλαβε την Αμβρακία, πέρασε το Άκτιο και προχώρησε στο εσωτερικό μαζί με δύο χιλιάδες πεζούς Ακαρνάνες και διακόσιους ιππείς έφτασε “τη καλουμένην πόλιν Φοιτίας”31 η οποία είχε καταληφθεί από τους Αιτωλούς. Ο Φίλιππος στρατοπέδευσε γύρω από την πόλη και έκανε φοβερές επιθέσεις για δύο μέρες. Οι Αιτωλοί αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και αφέθηκαν ελεύθεροι. Την ίδια νύχτα όμως ήρθαν πεντακόσιοι Αιτωλοί για να βοηθήσουν τους εκεί πατριώτες τους μη γνωρίζοντας ότι αυτοί είχαν παραδοθεί. Ο Φίλιππος το έμαθε έγκαιρα και τους έστησε ενέδρες σε επίκαιρες θέσεις, σκοτώνοντας έτσι τους περισσότερους από αυτούς και πιάνοντας τους πολλούς αιχμαλώτους. Από αυτούς τους Αιτωλούς πολύ λίγοι κατάφεραν τελικά να σωθούν.
Ο Φίλιππος έμεινε στις Φοιτίες για τριάντα μέρες και τροφοδοτούσε τον στρατό του με το σιτάρι που βρέθηκε στην πόλη, αφού οι Αιτωλοί είχαν αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες. Ύστερα πήγε να ελευθερώσει το Στράτο, και αφού στρατοπέδευσε κοντά στον Αχελώο και σε απόσταση δέκα σταδίων από την πόλη, έκανε επιθέσεις στην πόλη ενώ παράλληλα λεηλατούσε την γύρω περιοχή. Αφού δεν κατάφερε να καταλάβει το Στράτο πήγε στην Μητρόπολη και ύστερα στην Κωνώπη. Τα γεγονότα αυτά έγιναν κατά την εκατοστή τεσσαρακοστή Ολυμπιάδα (140η), δηλαδή την περίοδο 219-216 π.Χ.
Από επιγραφές φαίνεται ότι ως τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. εξακολουθούν να υπάρχουν οι Φοιτίες καθώς και άλλες ισχυρές οχυρώσεις στην Ακαρνανία. Τα οχυρά αυτά αρχίζουν να εγκαταλείπονται σταδιακά και να ερημώνονται λόγω της κακής συντήρησης. Οι συνεχείς πόλεμοι είχαν εξασθενίσει του δύο λαούς και η τελική επικράτηση των Ρωμαίων μπορούμε να πούμε ότι είχε ευεργετικά αποτελέσματα για την περιοχή, γιατί σταμάτησε τις αιματοχυσίες. Στου Μπαμπίνη σώζονται μερικά βυζαντινά τοπωνύμια, όπως του Βρανά και του Αργυρού. Υπάρχουν και άλλα τοπωνύμια στο Ξηρόμερο σε –ανά (π.Χ. Βρίστιανα, Πιστιανά κ.α.) που είναι όλα βυζαντινής προελεύσεως. Τα επόμενα χρόνια ολόκληρη η περιοχή αποτελεί μέρος του Ρωμαϊκού και αργότερα του Βυζαντινού Κράτους και από το 1204 μέχρι την τουρκική κατάκτηση ανήκει στο δεσποτάτο της Ηπείρου.
2. ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ-ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
Η πρώτη αναφορά για το όνομα Μπαμπίνη Νιοχώρι την έχουμε το 1521, ενώ υπήρχε και ο οικισμός Άνω Χώρα (Απάνω Χώρα) κοντά στον Άγιο Γεώργιο. Σημαντικό για την ιστιορία του χωριού κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση είναι ένα χρονικό που έγραψε ο Μπαμπινιώτης αγωνιστής Δημήτριος Τζούβαλης. Κατά μια εκδοχή, το όνομα του χωριού το έδωσαν οι Βενετοί που το ονόμασαν μικρό babino στα Ιταλικά, κατά την άλλη και πιο πιθανή εκδοχή οφείλεται στον τοπικό άρχοντα Μπαμπίνη ή Μπαμπινιώτη, από αυτόν κατάγεται και ο καθηγητής και π. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γιώργος Μπαμπινιώτης.

Διαφήμιση

Πολλοί Ηπειρώτες ήταν από τα Κατσανοχώρια και την Β. Ήπειρο και εγκαταστάθηκαν κατά καιρούς, όχι μόνο στου Μπαμπίνη αλλά και στην ευρύτερη περιοχή του Ξηρομέρου. Η αφομοίωσή τους με τον τοπικό πληθυσμό υπήρξε πλήρης και μόνο η παράδοση διασώζει την προέλευση τους. Το ίδιο συνέβη και με τους σκηνίτες από τα χωριά των Αγράφων και του Ασπροποτάμου καθώς και με τους προερχομένους από τα νησιά του Ιονίου.
Κατά την διάρκεια της Επανάστασης του 1821 ήρθαν πολλές οικογένειες, είτε από την Ήπειρο, είτε από άλλα μέρη της Ελλάδος, κυνηγημένες από τον Πασά της Σκόντρας Μουσταή το 1922-23, από τον Ομέρ Βρυώνη το 1822 και τον Κιουταχή το 1825. Για να γλιτώσουν από τα νύχια του Αλή πασά των Ιωαννίνωνπολλές οικογένειες Ηπειρωτών κατέβηκαν στην Αιτωλοακαρνανία και πριν την Επανάσταση.
Πολλοί οπλαρχηγοί πέρασαν από το χωριό και από το Μοναστήρι της Πόρτας κατά την διάρκεια της Επανάστασης, καθώς και πολλοί περιηγητές, αρματολοί και κλέφτες πριν από την έναρξή της. Το 1767 πέρασε από το χωριό ο πάτερ Κοσμάς ο Αιτωλός, στην διάρκεια της δεύτερης περιοδείας του που έγινε από το 1763 ως το 1773. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός έφτασε πρώτα στην Πόρτα ερχόμενος από την Μαχαλά και ύστερα κατέβηκε στο χωρίο όπου και μίλησε στους Μπαμπινιώτες στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, μιας και τότε η εκκλησία του Αγίου Νικολάου ήταν κατεστραμμένη.
Το 1807 ο Αλή πασάς ήρθε μέχρι την Μαχαλά με 1500 Αλβανούς στρατιώτες. Ο Αλής έπαιρνε πάντα κρασί από τη Μπαμπίνη, κατσίκια από την Ντοβρά και αρνί από τον Πλατό (το βουνό ανατολικά της Κατούνας). Ο απεσταλμένος της Αγγλίας στα Γιάννενα, συνταγματάρχης William Leuke, κάνοντας περιοδεία στον ελληνικό χώρο πέρασε από το Μπαμπίνη τρεις φορές. Για πρώτη φορά πέρασε τον Ιούνιο του 1805. Την δεύτερη φορά, την 5η Απριλίου του 1809, ερχόμενος από το Μεσολόγγι με τη συνοδεία 30 Αλβανών του Αλή και έμεινε στο χωριό την νύχτα. την επόμενη μέρα αναχώρησε για την Πόρτα όπου έμεινε τη νύχτα της 6ης Απριλίου και την επομένη έφυγε για το Λουτράκι Κατούνας και από εκεί για το Άκτιο απ’ όπου και πέρασε απέναντι στη Πρέβεζα. Η τρίτη φορά, που πέρασε ο Λήκ από το χωριό, ήταν το 1815 και τότε, όπως γράφει ο ίδιος, φιλοξενήθηκε στο σπίτι του εφημέριου.
Το 1819 έπεσε επιδημία τύφου στο χωριό και πέθαναν πολλοί άνθρωποι. Όπως γράφει ο Τζούβαλης το “θανατικό” πέρασε χάρη στο Άγιο Μύρο του Αγίου Βάρβαρου Τρύφου. Ο Άγιος Βάρβαρος λατρεύεται ιδιαίτερα στην περιοχή μας και όπως αναφέρει η παράδοση από το ιερό του στο ναό στο Τρύφου ανάβλυζαν συνεχώς ιερά ιαματικά νερά. Στην περιοχή του Ξηρομέρου φυτρώνει την άνοιξη ένα αρωματικό φυτό που το ονομάζουν Άγιο Βάρβαρο και στολίζουν μ’ αυτό τον Επιτάφιο. το φυτό αυτό είναι ο άγριος δίκταμος. Την ημέρα δε της γιορτής του Αγίου, την 23η Ιουνίου, ανάβλυζε Άγιο λάδι από τον ναό του στη Τρύφου.

Με την έναρξη της Επανάστασης, αλλά και πριν κατά την προετοιμασία της, πολλοί ήταν οι Μπαμπινιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σ’ αυτήν. Με την έναρξη της και καθ’ όλη την διάρκεια της, ο καθένας έδωσε ότι μπορούσε. Άλλοι έδωσαν αίμα τους και την ζωή τους και άλλοι την περιουσία τους ή ότι άλλο πολυτιμότερο είχαν. Επίσης σημαντική συμβολή είχε στον Αγώνα του Έθνους το Μοναστήρι της Πόρτας που Ηγούμενός του τότε ήταν ο ιερομόναχος Γεράσιμος.
Ο προεστός Πέτρος Μπαμπινιώτης ή Μπαμπίνης ήταν αντιπρόσωπος του Ξηρομέρου στις Εθνικές Συνελεύσεις της Δυτικής Ελλάδος και διορίστηκε το 1822 από τον Μαυροκορδάτο επίτροπος μαζί με τον Μαχαλιώτη Πάνο Γαλάνη και τον Κατουνιώτη Γιώργο Μαυρομμάτη, για την συγκέντρωση των τουρκικών κοπαδιών και την καταγραφή της ακίνητης περιουσίας των Τούρκων. Οι Μπαμπινιώτες πολέμησαν σε όλη την διάρκεια του Αγώνα, είτε στην περιοχή τους είτε σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου πολλοί Μπαμπινιώτες ήταν ανάμεσα στους αιχμαλώτους ή τους αγνοούμενους μεταξύ των οποίων και ο προεστός Πέτρος Μπαμπινιώτης και η νύφη του που πέθαναν στην αιχμαλωσία. Πολλά ήταν τα παλικάρια της που έπεσαν στον Αγώνα, ενώ υπήρχε ένα ολόκληρο σώμα υπό τις διαταγές του Νικολάου και του Ανδρέα Μπαμπινιώτη και αργότερα υπό το Δημήτριο Μουσέ. Το Σώμα Μπαμπίνης πολεμούσε υπό το Δημοτσέλιο και υπό το Βαρνακιώτη μέχρι την απελευθέρωση.
Κατά την επιδρομή του Πασά της Σκόδρας Μουσταή, το 1823, πολλοί κάτοικοι του χωριού πήγαν μαζί με άλλους από την περιοχή και κλείστηκαν στο νησί Λεσίνι για να σωθούν. Αρχηγός της φρουράς ήταν ο Ζαβιτσάνος καπετάνιος Δημοτσέλιος. Ο Σουλιώτης Μάρκος Μπότσαρης ήρθε στο χωριό στα τέλη Ιουλίου του 1822 για να συναντήσει τον Βαρνακιώτη ύστερα από πρόταση του Μαυροκορδάτου. Έμεινε στο σπίτι του Μπαμπινιώτη και στην Πόρτα. Ο Μάρκος Μπότσαρης ήρθε και αργότερα περνώντας για το Δραγαμέστο κυνηγώντας μαζί με τους Χασαπαίους τον Γρίβα και αργότερα κυνηγώντας, κατ’ εντολήν του Μαυροκορδάτου, τον Βαρνακιώτη στο Δραγαμέστο.
Ο Βρυώνης πέρασε στην Ακαρνανία στις 8 Αυγούστου 1824 και έκανε καταστροφές σε πολλά χωριά, μεταξύ άλλων και στη Μπαμπίνη. Στις 21 Μαρτίου του 1824 έγινε μια σύσκεψη των οπλαρχηγών:“Την 21 του τρέχοντος ανταμώθησαν οι αρχηγοί των αρμάτων Βάλτου και Ξηρομέρου με τους αρχηγούς των Σουλιωτών εις Μπαμπίνι δια να συσκεφθώσι περί της εκστρατείας, και να λάβωσιν εκ συμφώνου τα αρμοδιώτερα μέτρα”. Τον καιρό εκείνο το σώμα των Σουλιωτών βρίσκονταν ακόμα στην περιοχή, είχε το στρατόπεδό του στην Μονή Πόρτας. Ο Σουλιώτης Νότης Μπότσαρης, τον Οκτώβριο του 1824, ήρθε στη Μπαμπίνη και έστησε το στρατόπεδό του στην Μονή Πόρτας. Ο αρχιστράτηγος της Επανάστασης Καραϊσκάκης πέρασε πολλές φορές από το χωριό και την Πόρτα αφού είχε πολλούς Μπαμπινιώτες αγωνιστές κοντά του.

Ο Γιώργος Ν. Βαρνακιώτης στις 19 Μαρτίου του 1829 ελευθερώνει την Μαχαλά και σώζει τους κατοίκους της που ήταν κλεισμένοι και πολιορκούμενοι από τους Τούρκους στο Κάστρο του Λιγοβιτσίου. Ύστερα πάει στην Μονή Πόρτας και διώχνει τους Τούρκους που πολιορκούσαν τους εκεί κλεισμένους Μπαμπινιώτες.


3. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΠΑΜΠΙΝΗ
Η σημερινή Μπαμπίνη είναι χτισμένη σε υψόμετρο 230 μ. και δημιουργήθηκε από κατοίκους των γύρω οικισμών. Οι γύρω οικισμοί που καταστράφηκαν ή εγκαταλείφθηκαν σταδιακά είναι η Απάνω Χώρα, τα Πιστιανα, Μανωλόπουλο, Γαζί, Γαρδί, Άννινου, Αγία Άννα, Παλαιοχωράκι κ.α. Το Μανωλόπουλο ήταν ανάμεσα Σκουρτούς και Μπαμπίνης και ερημώθηκε μετά την Επανάσταση όπως και το Γαζί, το Γαρδί και το Ανίνου. Το 1840 το Γαρδί υπήρχε και αναφέρεται ότι ήταν δίπλα στα κτήματα της Πόρτας. Τα Πιστιανά και η Απάνω Χώρα βρίσκονταν βόρεια του σημερινού χωριού, προς την Πόρτα, και μάλλον η Απάνω Χώρα ονομάζονταν και Άγιος Γεώργιος. Κάτοικοι από τα Πιστιανά μετακόμισαν και ίδρυσαν τα Βλυζανά μαζί με τους κατοίκους του οικισμού Παλαιοχώρι. Πολλοί ήταν αυτοί που ήρθαν από την Ήπειρο και τα Άγραφα, αλλά και από τα γύρω χωριά τον εικοστό αιώνα και κυρίως από τα Βλυζιανά.
Η έκταση της κοινότητας είναι δεκαπέντε τετραγωνικά χιλιόμετρα, το 15% της οποίας είναι καλλιεργήσιμη, το 5% βοσκότοποι και το υπόλοιπο βουνό και μικροί λόφοι με πυκνή βλάστηση, κυρίως πουρναριών, αργιοαχλαδιών, αριών κ.α.
Γύρω στο 1830 η Μπαμπίνη είχε 250 στρέμματα αμπέλια, ενώ το υπόλοιπο Ξηρόμερο είχε όλο μαζί 200 στρέμματα. Το κρασί της ήταν περίφημο και ξακουστό, από την εποχή της Τουρκοκρατίας όπου εξάγονταν στην Ευρώπη. Στις αρχές του 17ου αιώνα οι εξαγωγές κρασιούέφταναν τις 800 βαρέλες το χρόνο, περίπου 40.000 οκάδες ή 52.000 κιλά. Ο Άγγλος τοπογράφος και νομισματολόγος Ουίλιαμ Μάρτιν Λήκ που πέρασε από το χωρίο γράφει στο ημερολόγιο του ότι τα αμπέλια της Μπαμπίνης έδιναν 500 βαρέλια των 50 οκάδων κρασί το χρόνο. Στην περιοχή γύρω από το χωριό υπάρχουν πολλά δέντρα, συκιές που κάνουν άσπρα και μαύρα σύκα, αχλαδιές και βελανιδιές (δέντρα) και άλλα είδη αγρίων δέντρων απομεινάρια του πυκνού Ακαρνανικού δάσους. Πάνω δε στις αχλαδιές, τις κυδωνιές, τις συκιές και τα άλλου είδους δέντρα σκαρφαλώνουν μεγάλες κληματαριές που κάνουν μαύρα και κίτρινα σταφύλια.
Σημαντικό εισόδημα των κατοίκων της Μπαμπίνης, όπως και όλων των Ξηρομερτών ήταν το βελανίδι. Η Μπαμπίνη είχε δικό της τεμάχιο κοντά στη Γουριώτισσα και κάθε χρόνο μάζευαν βελανίδι μέχρι και πριν από 40 περίπου χρόνια.
Μετά την Απελευθέρωση ανήκει από το 1836 έως το 1840 στο Δήμο Μαραθίας και ήταν για ένα διάστημα έδρα του Ειρηνοδικείου Ξηρομέρου. Το 1844 είχε κατοίκους. Από το 1840 μέχρι το 1912 που έγινε αυτόνομη Κοινότητα, άνηκε στο Δήμο Εχίνου. Ο Δήμος Εχίνου το 1861 είχε 5.105 κατοίκους και κατατάσσονταν στους δήμους Β΄ τάξης. Στα τέλη του 19ου αιώνα είχε αρκετό πληθυσμό και τρεις αλευρόμυλους, των αδερφών Μπαμπινιώτη και των Μουσέ-Τσικλητήρα και του Χρυσικού. Το 1889 υπήρχαν στο Δήμο Εχίνου 9 σχολεία με 232 μαθητές και 37 μαθήτριες. Η Μπαμπίνη είχε σχολείο με δημοδιδάσκαλο και χωρίζονταν σε αρρένων και θηλέων, στο θηλέων ήταν δημοδιδάσκαλος η Ελένη Βρετού και μάλλον διευθύντρια και των δύο σχολείων. Από το Μπαμπίνη διετέλεσαν πάρεδροι του Δήμου Εχίνου κατά καιρούς: ο Θεόδωρος Παλιούρας, ο Κώστας Ράπτης, ο Φώτης Πιπερίγκος, ο Γιάννης Κατερινόπουλος και ο Σπύρος Κυριαζής.
Από το 1923-26 δύο μαθητές του γυμνασίου εκδίδουν στο χωριό σε τακτά χρονικά διαστήματα χειρόγραφη εφημερίδα με τίτλο “Νέα του Ξηρομέρου”. Το 1930 μια ομάδα νέων φτιάχνουν μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα και έδιναν παραστάσεις. Η πολύπλευρη αυτή πολιτιστική δραστηριότητα των νέων του χωρίου οφείλεται κυρίως στους άξιους δασκάλους τους. Όπως η δημοδιδάσκαλος Ελένη Βρετού στο σχολείο Θηλέων και ο δάσκαλος πρωτοβάθμιος Επ. Παπα-Σπυρίδωνας. Σημαντική προσωπικότητα ήταν και ο δάσκαλος Στάθης Γιαννακόπουλος που υπηρέτησε στο χωριό για τριάντα περίπου χρόνια (1910-1938). Στα χρόνια του το μικρό σχολείο του χωριού είχε αναπτύξει πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα, μετατρέποντας το χωριό σε ένα μικρό εργαστήρι γραμμάτων. Όσοι νέοι συνέχιζαν τις σπουδές τους πήγαιναν στα σχολαρχεία της Μαχαλάς, του Αστακού, της Κατούνας και της Αμφιλοχίας.
Τα παιδιά της έλαβαν μέρος σε όλους τους πολέμους μετά την Επανάσταση, ελληνοτουρκικούς, Βαλκανικούς, Μ. Ασία, Παγκόσμιους, ακόμα και της Κορέας.
Οι κάτοικοι στου Μπαμπίνη ήταν το 1879 ήταν 632, το 1889 ήταν 648, το 1896 ήταν 698, το 1907 ήταν 812, με απόλυτη ισορροπία σε άνδρες και γυναίκες, 406 για κάθε φύλο. Αργότερα, το 1920 (Απογραφή 19 /12/1920), ήταν 807 (399 άνδρες και 408 γυναίκες). Το 1928 780 κάτοικοι (391 άνδρες και 389 γυναίκες), σ’ αυτούς δεν περιλαμβάνονταν οι 69 σκηνίτες (39 άνδρες και 30 γυναίκες) που έμεναν έξω από το χωριό κοντά στις στάνες τους. Το 1940 ήταν 827, άνδρες και γυναίκες. Στην απογραφή του 1961 ήταν 684, το 1981 ήταν 528, ενώ στην απογραφή του 1991 είχαν λιγοστέψει ακόμα περισσότερα και έφταναν τους 467 και στην τελευταία απoγραφή του 2001 είχε 418 κατοίκους.
Και τους Μπαμπινιώτες του παρέσυρε το γενικότερο ρεύμα της μετανάστευσης της μεταπολεμικής Ελλάδος προς την Ευρώπη, Αμερική και τα μεγάλα αστικά κέντρα. Από το 1998 το χωρίο είναι Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμο Αστακιωτών. Οι κάτοικοι ασχολούνταν μέχρι πριν λίγα χρόνια με την καπνοκαλλιέργεια. Σήμερα οι περισσότεροι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και λιγότερο με τη γεωργία.
από το 1981 μέχρι το 1986 ο Σύλλογος Μπαμπινιωτών Αθήνας εξέδιδε εφημερίδα με τίτλο Η Φωνή των Μπαμπινιωτών.

Τελευταία νέα - Επικαιρότητα