Από τους πιο παλιούς φημισμένους λαϊκούς κλαριτζήδες της περιοχής που θέλησαν να εκφράσουν με πληρότητα και παραστατικότητα τις πολύπτυχες εκφάνσεις της ζωής και της ψυχής, πιστεύοντας ότι το μουσικό όργανο είναι μεράκι της καρδιάς, ήταν ο Γιάννης Μόσχος ή Φουσκομπούκας (1845-1925) που καταγόταν από την Βόνιτσα. Το “Φουσκομπούκας” είναι ψευδώνυμο. Αποκτήθηκε από κάποιο σημείο στο μάγουλο που φούσκωνε λίγο. Έπαιζε παρέα με το Σταύρο Λύρα, τον έλεγαν έτσι γιατί έπαιζε λύρα, το Ζέρβα με βιολί και κάποιον με λαούτο.

Ο Φουσκομπούκας – έτσι επικράτησε εκείνα τα χρόνια να λέγεται- στην αρχή έπαιζε νάι-φλογέρα, συνήθως μακριά, με ανοικτές τις δύο άκρες -. Γύρω στα 1870-1875, παράτησε το νάι και πήρε κλαρίνο, “ένα κλαρίνο άσπρο και μεγάλο”. Η αντικατάσταση του νάι με το κλαρίνο από τον ονομαστό εκείνο λαϊκό οργανοπαίχτη, σηματοδοτεί την εμφάνιση του μουσικού αυτού οργάνου στην Αιτωλ/νία.
Ο γιος, Κώστας Μόσχος, που γεννήθηκε το 1878 στο Αιτωλικό, άρχισε να παίζει κλαρίνο από πολύ μικρός.
Έμαθε μόνος του. Έπαιξε με το συγκρότημα του πατέρα του, πρώτη φορά σε γάμο, σε ηλικία οχτώ χρονών.
Από τα δέκα παιδιά του Κώστα Μόσχου ή Φουσκομπούκα, όργανο παίζουν ο Χρήστος βιολί και σαντούρι και ο Αριστείδης σαντούρι.
“Είναι φτωχά τα λόγια για να ζωγραφίσω τον πατέρα μου” λέει ο Αριστείδης Μόσχος . “ως καλλιτέχνης ήτανε ένα κλαρίνο από τα καλύτερα… τώρα δεν μπορώ να μιλάω έτσι για τον πατέρα μου, αισθάνομαι άσχημα. Ε, δεν μπορώ να ακούσω τον ήχο του κλαρίνου σήμερα…”.

Διαφήμιση

Αφήστε ένα σχόλιο

Τελευταία νέα - Επικαιρότητα